Το Αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού
Ενότητες
Φωτό & Βίντεο
Δημοφιλή Άρθρα
Εορτολόγιο (νέο ημ.)
27/7 Παντελεήμων, Μεγαλομάρτυς *
ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ, ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Άγιος Παντελεήμων (Παντολέων το πρότερον όνομα) καταγόταν από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας και έζησε στα χρόνια του Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.). Πατέρας του ήταν ο Ευστόργιος, ο οποίος ήταν Εθνικός (=ειδωλολάτρης), ενώ αργότερα μετά τις νουθεσίες του γιου του έγινε Χριστιανός. Μητέρα του ήταν η Ευβούλη (Αγία και εορτάζει στις 30 Μαρτίου), η οποία προερχόταν από ευσεβή και χριστιανική οικογένεια.
Ο Παντολέων εκπαιδεύτηκε στην ιατρική τέχνη από τον πολύ γνωστό και διάσημο ιατρόν Ευφρόσυνο, δόξα μεγάλη έχοντα, ενώ την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο που ήταν ιερέας της Εκκλησίας της Νικομήδειας, από τον οποίον κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και βαπτίσθηκε.Ο Άγιος Παντελε... Περισσότερα »
Εορτολόγιο (παλαιό ημ.)
14/7 Νικόδημος ο Αγιορείτης, Όσιος *
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Όσιος Νικόδημος γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1749 μ.Χ. από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και Αναστασία Καλλιβούρση (η οποία εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη). Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος και από μικρός έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και φοβερής ευφυΐας.
Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο και έπειτα στη σχολή της ίδιας πόλης επέκτεινε τις γνώσεις του, με δάσκαλο τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Κατόπιν 16 χρόνων πήγε στην Ελληνική σχολή της Σμύρνης, όπου κοντά σε φημισμένους διδασκάλους έλαβε ανώτερη Παιδεία και αρετή.
Μετά από ορισμένες περιπέτειες, το 1775 μ.Χ. πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή του ... Περισσότερα »
Newsletter
Δωρεά Στον Σύνδεσμό Μας
5. Ο Ακάθιστος Ύμνος
5. Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τί ὡραῖα λόγια! Τί γλυκειὰ μελῳδία ἀκούσαμε ἀπόψε!, ἔλεγε ἡ ῾Ελένη στὴ μητέρα της τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς ἐγύρισαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Καί χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ ἐσιγοψιθύρισε:
Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε.
Δὲν ἐθυμόταν ὅμως τὸ παρακάτω κι ἐξακολούθησε:
Τῇ
῞Υπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια·
῾Ως λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι, ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ Κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ
παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἳνα κράζω σοι: Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε.
- Δὲν ξέρω, μητέρα, γιατί αὐτὸ τὸ τροπάριο μ’ ἀρέσει πολύ, συνέχισεν ἡ ῾Ελένη, ὃταν ἐτελείωσε τὸ ψάλσιμο.
- Μὰ εἶναι, παιδί μου, νὰ μὴ σ’ ἀρέσῃ καὶ νὰ μὴ σ’ ἐνθουσιάζῃ ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας;
- Ἀλήθεια, μητέρα, ἔχει κι αὐτός, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκκλησιαστικοί μας ὕμνοι, σχέσι μὲ τὴν ἱστορία τοῦ ῞Εθνους μας; ἐρώτησε τώρα ἡ ῾Ελένη ἐπίτηδες, γιὰ νὰ κάμῃ τὴ μητέρα της νὰ τῆς διηγηθῇ κάτι καινούργιο γιὰ τὰ κατορθώματα τῶν προγόνων μας, τὰ ὁποῖα τόσο τὴν ἐσυγκινοῦσαν καὶ τὴν συνήρπαζαν. Κι ἡ μητερα ἡ ὁποία ἁφορμή ἐζητουσε γιὰ ν’ ἀπασχολῇ τὴν κόρη της μὲ ὠφέλιμες ἱστορίες, ἄρχισε:
‹‹Πολλὲς φορὲς ἡ Κωνσταντινούπολις, παιδί μου, ἡ θαυμαστὴ πρωτεύουσα
τῆς ἔνδοξης ῾Ελληνικῆς αὐτοκρατορίας, ἀντιμετώπισε μεγάλους καί φοβεροὺς
κινδύνους καὶ πολλὲς φορὲς ἐχρειάσθηκε ν’ ἀγωνισθῇ σκληρὰ καὶ νὰ χύσῃ ἄφθονο τὸ
αἷμα τῶν παλληκαριῶν της, γιὰ νὰ τοὺς νικήσῃ.
»Μὰ ἐκείνη τὴ φορὰ εὑρέθηκε χωρὶς πολλοὺς ὑπερασπιστὰς καὶ ἡ ἀγωνία, τὴν ὁποίαν
ἐδοκίμασε ὁ λαὸς μπροστὰ στὴ βάρβαρη ἐπίθεσι τοῦ ἐχθροῦ, δὲν ἦταν λίγη.
» Ἦταν τὴν ἐποχή, ποὺ ὁ ῾Ηράκλειος, ἀφοῦ ἐσυνθηκολόγησε μὲ τοὺς βορεινοὺς
ἐχθροὺς τοῦ Κράτους, τοὺς Ἀβάρους, ἐκήρυξε τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν κι
εἶχε πάει μακριά, μέσα στὰ βάθη τῆς Περσίας.
»῎Ηθελε νὰ κτυπήσῃ τὸ θηρίο στὴν καρδιά του, μέσα στὴ χώρα του, γιατὶ ὁ
κίνδυνος ἀπ’ αὐτὸ ἦταν μεγάλος. Κίνδυνος τοῦ ῎Εθνους, κίνδυνος τοῦ Χριστοῦ,
κίνδυνος τοῦ πολιτισμοῦ.
» Οἱ νικηφόρες μάχες τῶν ῾Ελλήνων ἀκολουθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη κι ὁ Πέρσης
βασιλεὺς Χοσρόης εἶχε περιέλθει σὲ δύσκολη θέσι. ῎Επρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴ Χαλκηδόνα,
ἀπὸ τὴν ὅποία μὲ τὰ στρατεύματά του ἐπίεζε τὴν πρωτεύουσα, καὶ νὰ γυρίσῃ στὴν
Περσία. Ἐπροσπάθησε ὃμως στὸ μεταξὺ νὰ πείσῃ τοὺς Ἀβάρους, για νὰ παραβιάσουν
τὴ συμφωνία, τὴν ὅποίαν εἶχαν κάμει μὲ τὸν ῾Ηράκλειο, καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον
τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ βορρᾶ. Προπαντὸς τώρα, ποὺ ὁ αὐτοκράτωρ μὲ τὸν
πολὺ στρατὸ ἦταν πολὺ μακριὰ καὶ δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ γυρίσῃ. Καὶ οἱ ῎Αβαροι
χωρὶς πολλοὺς δισταγμοὺς ἤ ἐπιφυλάξεις ἐδέχθηκαν καὶ παρεσπόνδησαν.
»Ἐπετέθησαν
λοιπὸν ἐναντίον τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ἄρχισαν νὰ καῖν᾽, ν’ ἁρπάζουν, νὰ
λεηλατοῦν καὶ νὰ καταστρέφουν τίς βορεινὲς ἐπαρχίες, προχωρῶντας σιγὰ σιγὰ πρὸς
τήν Πόλι, ἕως ὅτου ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη της καὶ τὴν ἐπολιόρκησαν.
»Φαντάζεσαι τώρα, ῾Ελένη, τὴν ἀγωνία τοῦ πολιορκημένου λαοῦ. Οἱ ἱκανοὶ μαχηταί του
ἦσαν εἰς τὴν Περσία. Κι αὐτοὶ ἦσαν τόσο λίγοι... Καὶ πάλι ὅμως δὲν ἐδείλιασαν.
Ἑνίσχυσαν τὴ φρουρὰ τῶν τειχῶν καὶ ἀντέταξαν ἀποτελεσματικὴ ἄμυνα.
»Ἀλλ’ ἡ πολιορκία ἐγινόταν πιὸ στενὴ κι ἡ πίεσις στὰ τείχη ἐμεγάλωνε. Μάταια ὁ
πατριάρχης Σέργιος καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βῶνος ἐπαρακαλοῦσαν τὸν ἀρχηγὸν τῶν
Ἀβάρων Χαγᾶνο νὰ δεχθῇ ὅσα δῶρα θελήσει νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Πόλι.
»Ὑπερήφανος ἐκεῖνος γιὰ τὴν εὔκολη, ὅπως ἐνόμισε, κατάκτησι ἔδιωξε μὲ βάναυσο
τρόπο τοὺς ἀπεσταλμένους μ’ αὐτὰ τὰ ἀγέρωχα λόγια:
»Δὲν δέχομαι τίποτε. Νὰ φύγετε ὅλοι ἀπὸ τὴν Πόλι, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ
γλυτώσῃ κανείς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῆτε, ἐκτὸς ἄν γίνετε ψάρια καὶ περάσετε τὴ
θάλασσα κολυμπῶντας ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε στὸν ἀέρα».
» Κι ἐπανέλαβε τὴν ἐπίθεσι του αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ ξηρὰ μὲ τὶς
περίφημες πολιορκητικὲς μηχανές, τοὺς κινητοὺς πύργους, κι ἀπὸ τὴ θάλασσα μ’
ἀναρίθμητα μονόξυλα.
» Ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπεστήριζε τὴν ἄμυνά του. Ἔστρεψε ὃμως τὰ
βλέμματα καὶ τὴν ψυχή του στὸ Θεό.
»Ἐκεῖ κοντὰ στὰ τείχη, στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, γονατιστοὶ
ὅλοι ἐδέοντο μπροστὰ στὴν Ἅγια Εἰκόνα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Πόλεως. Καί, ὤ! θαῦμα!
»Τὴν ὥς τὴ στιγμὴ ἐκείνη γαληνεμμένη θάλασσα ἐτάραξε τρομερὴ τρικυμία. Τὰ
μονόξυλα ἕνα ἕνα ἀναποδογύριζαν κι ἐβούλιαζαν. Κι ἡ ψυχὴ τῶν πολιορκημένων διὰ
μιᾶς, ἐγιγαντώθηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. ῞Ωρμησαν ἐναντίον τῶν Ἀβάρων ἔξω ἀπὸ τὰ
τείχη. Κι αὐτοί, φοβισμένοι ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς θάλασσας κι ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη
τροπὴ τῆς καταστάσεως, διελύθηκαν κι ἀναγκάσθησαν νὰ φύγουν. Νὰ φύγουν καὶ νὰ
μὴ ξαναγυρίσουν!
»Κι ἀμέσως πολεμισταὶ ἀνδρεῖοι, γέροντες σεβάσμιοι, γυναῖκες εὐσεβεῖς καὶ παιδιὰ
χαρούμενα, ὅλοι πλημμυρισμένοι ἀπὸ εὐτυχία, μὲ τὸν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος
ἐκρατοῦσε τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα μπροστά, ἐξεκίνησαν γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς
Παναγίας.
»Ὅλη τὴ νύκτα, ὄρθιοι, χωρὶς κανείς τους νὰ καθίσῃ, ἔψαλλαν στὴν Ὑπέρμαχο
Στρατηγὸ νικητήριους ὓμνους, εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες γιὰ τὸ θαῦμα τῆς
σωτηρίας τους. Ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο, παιδί μου, τὸν ὁποῖον κι ἐμεῖς κάθε
χρόνο, σὰν ἀπόψε, ἐπαναλαμβάνομε στὴ μνήμη τῆς προστάτιδός μας Παναγίας καὶ τῶν
ἀνδρείων ἐκείνων».
Θεόδωρος Γιαννόπουλος



