Κάλυμνος. Η ιδιαίτερη Πατρίδα μου
Ενότητες
Φωτό & Βίντεο
Δημοφιλή Άρθρα
Εορτολόγιο (νέο ημ.)
22/2 Βαραδάτος, Όσιος *
ΑΓΙΟΣ ΒΑΡΑΔΑΤΟΣ, ΟΣΙΟΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Όσιος Βαραδάτος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και σε νεαρή ηλικία, επέλεξε την ερημική ζωή. Έτσι, όταν ο Πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδοτος (418 - 427 μ.Χ.), πληροφορήθηκε για τις σπάνιες αρετές του Βαραδάτη, φρόντισε να τον αποσπάσει από την ασκητική ζωή του για να τον χρησιμοποιήσει στο πολύπλευρο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας.
Πράγματι, ο Όσιος δέχθηκε την πρόταση και σε περιόδους νηστείας περιόδευσε στις πόλεις και με την αγία ζωή του ενέπνευσε το σεβασμό στο δημιουργό Θεό και τις εντολές του, ως επίσης ενέπνευσε υπομονή στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής.
Έτσι οσιακά εκοιμήθη σε μία από τις περιοδείες του.... Περισσότερα »
Εορτολόγιο (παλαιό ημ.)
9/2 Νικηφόρος, Μάρτυς *
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, ΜΑΡΤΥΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
O Άγιος Νικηφόρος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Βαλεριανού (253 - 259 μ.Χ.) και Γαληνού (259 - 268 μ.Χ.), και συνδεόταν στενά με κάποιον ιερέα ονόματι Σαπρίκιο, ο οποίος έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου γιατί πίστευσε στα λόγια κάποιου συκοφάντη. O Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να του πει τον λόγο και να τον συγχωρέσει, όμως μάταια.Όταν το 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, συνελήφθησαν πολλοί Επίσκοποι και ιερείς μεταξύ των οποίων και ο Σαπρίκιος. Μόλις ο Άγιος διέκρινε μεταξύ των συλληφθέντων και τον Σαπρίκιο, τρέχει και πέφτει στο γόνατά του και τον παρακαλεί με δάκρυα να τον συγχωρήσει. O Σαπρίκιος αρνείται πεισματικά. Μετά το μαστίγωμα που δέχθηκε, ο Νικηφόρος τον πλησιάζει και πάλ... Περισσότερα »
Newsletter
Δωρεά Στον Σύνδεσμό Μας
Καλύμνικα Κάλαντα Λαζάρου
ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ - ΚΑΛΥΜΝΟΣ
Από τη συναυλία του παραδοσιακού τμήματος μουσικής του Ωδείου Αθηνών που έγινε στις 24-3-2010
Διεύθυνση ορχήστρας, γενικός υπεύθυνος: Χρήστος Τσιαμούλης
Διεύθυνση - υπεύθυνη χορωδίας: Κατερίνα Παπαδοπούλου
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ - ΣΤΙΧΟΙ
(Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας)
(Εβγάτε σας παρακαλούμε, για να σας διηγηθούμε,
για να μάθετε τι εγίνει, σήμερα στην Παλαιστίνη.)
Εις την πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει και Μαρία,
Λάζαρο τον αδερφό τους, τον γλυκύ και καρδιακό τους.
Τον μοιρολογούν και κλαίνε, τον μοιρολογούν και λένε,
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν, και τον εμοιρολογούσαν.
Την ημέρα την τετάρτη, κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει,
και εβγήκε η Μαρία, έξω από την Βηθανία.
Και εμπρός Του γόνυ κλίνει, και τούς πόδας Του φιλήνει,
αν εδώ ήσουν Χριστέ μου, δεν θ’ απέθνησκε ο αδελφός μου.
(Μα και τώρα εγώ πιστεύω, και καλότατα ηξεύρω,
ότι δύνασ’ αν θελήσεις, και νεκρούς να αναστήσεις!)
Χαίρε πίστευε Μαρία, άγωμεν εις τα μνημεία,
τότε ο Χριστός δακρύζει, και τον Άδη φοβερίζει.
Άδη Τάρταρε και Χάρο, Λάζαρο θε να σου πάρω,
δεύρο έξω Λάζαρε μου, φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς από τον Άδη, ως εξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος απελυτρώθη, ανεστήθη κι εσηκώθη.
(Και ευθύς απολυτρώθη, ανεστήθη και εσηκώθη,
Λάζαρος σαβανωμένος, και με το κερί ζωσμένος.
Τότε η Μάρθα κι η Μαρία, τότε όλη η Βηθανία,
Δόξα τω Θεώ φωνάζουν, και τον Λάζαρο ξετάζουν.)
Λάζαρε πες μας τι είδες, εις τον Άδη που επήγες,
είδα φόβους είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.
(Δώστε μου λίγο νεράκι, να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδιάς μου των χειλέων, και μη με ρωτάτε πλέον.)
ΣΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
(Ἐβγᾶτε σᾶς παρακαλοῦμε, γιά νά σᾶς διηγηθοῦμε,
γιά νά μάθετε τί ἐγίνει, σήμερα στήν Παλαιστίνη.)
Εἰς τήν πόλη Βηθανία, Μάρθα κλαίει καί Μαρία,
Λάζαρο τόν ἀδερφό τους, τόν γλυκύ καί καρδιακό τους.
Τόν μοιρολογοῦν καί κλαῖνε, τόν μοιρολογοῦν καί λένε,
τρεῖς ἡμέρες τόν θρηνοῦσαν, καί τόν ἐμοιρολογοῦσαν.
Τήν ἡμέρα τήν τετάρτη, κίνησε ὁ Χριστός γιά νά ’ρθει,
καί ἐβγῆκε ἡ Μαρία, ἔξω ἀπό τήν Βηθανία.
Καί ἐμπρός Του γόνυ κλίνει, καί τούς πόδας Του φιλήνει,
ἄν ἐδῶ ἤσουν Χριστέ μου, δέν θ’ ἀπέθνησκε ὁ ἀδελφός μου.
(Μά καί τώρα ἐγώ πιστεύω, καί καλότατα ἠξεύρω,
ὅτι δύνασ’ ἄν θελήσεις, καί νεκρούς νά ἀναστήσεις!)
Χαῖρε πίστευε Μαρία, ἄγωμεν εἰς τά μνημεῖα,
τότε ὁ Χριστός δακρύζει, καί τόν Ἅδη φοβερίζει.
Ἅδη Τάρταρε καί Χάρο, Λάζαρο θέ νά σοῦ πάρω,
δεῦρο ἔξω Λάζαρέ μου, φίλε καί ἀγαπητέ μου.
Παρευθύς ἀπό τόν Ἅδη, ὡς ἐξαίσιο σημάδι,
Λάζαρος ἀπελυτρώθη, ἀνεστήθη κι ἐσηκώθη.
(Καί εὐθύς ἀπολυτρώθη, ἀνεστήθη καί ἐσηκώθη,
Λάζαρος σαβανωμένος, καί μέ τό κερί ζωσμένος.
Τότε ἡ Μάρθα κι ἡ Μαρία, τότε ὅλη ἡ Βηθανία,
Δόξα τῷ Θεῷ φωνάζουν, καί τόν Λάζαρο ξετάζουν.)
Λάζαρε πές μας τί εἶδες, εἰς τόν Ἅδη πού ἐπῆγες,
εἶδα φόβους εἶδα τρόμους, εἶδα βάσανα καί πόνους.
(Δῶστε μου λίγο νεράκι, νά ξεπλύνω τό φαρμάκι,
τῆς καρδιᾶς μου τῶν χειλέων, καί μή μέ ρωτᾶτε πλέον.)


